«Μποέμικη ζωή», στους κινηματογράφους
Χρόνος ανάγνωσης: 6 λεπτά

«Μποέμικη ζωή», στους κινηματογράφους

Η νεαρή Ελληνίδα, Τζαμ, αποστέλλεται στην Κωνσταντινούπολη από τον θείο της Κακούργο -πρώην ναυτικό και παθιασμένο θαυμαστή του ρεμπέτικου, σε μια αποστολή να βρει ένα σπάνιο μέρος του κινητήρα για το σκάφος τους. Εκεί συναντά την Αβρίλ, 18 ετών από τη Γαλλία που βρίσκεται σε εθελοντική αποστολή για τους μετανάστες και έχασε τα χρήματά της ενώ δεν γνωρίζει κανέναν στην Τουρκία. Η Τζαμ, γενναιόδωρη, αθόρυβη, απρόβλεπτη και ελεύθερη, παίρνει υπό την προστασία της την Αβρίλ και κατευθύνονται προς την Μυτιλήνη.  ‘Ενα ταξίδι γεμάτο  μουσική, συναντήσεις, απρόοπτα  και ελπίδα.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΤΟΝΙ ΓΚΑΤΛΙΦ

(Ο Τόνι Κατλίφ  είναι γιός Καβύλου πατέρα και τσιγγάνας μητέρας. Το 1960, κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας, ο Τόνι Κατλίφ  έρχεται από το Αλγέρι στη Γαλλία. Ξεκινάει πρώτα ως ηθοποιός σε θεατρικές παραστάσεις και στη συνέχεια, το 1975, σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία La tête en ruine. Από το 1981, ο σκηνοθέτης, αρχίζει να ασχολείται με το αγαπημένο του θέμα: γυρίζει στην Ισπανία το Canta gitano, την πρώτη ταινία που εγείρει την κατάσταση των τσιγγάνων. Το 2012, αφήνει πίσω τον κόσμο των τσιγγάνων και αφοσιώνεται στο Indignados, ντοκιμαντέρ για την Ευρώπη των Αγανακτισμένων)

Πώς προέκυψε η ιδέα για την ταινία;

Από το ρεμπέτικο, που ανακάλυψα το 1983 σε ένα ταξίδι στην Τουρκία, όπου είχα βρεθεί για την προβολή της ταινίας μου «Les Princes». Το ρεμπέτικο ξεκίνησε στις φτωχογειτονιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και εξαπλώθηκε στα νησιά, όταν ο Ατατούρκ εξόρισε τους Έλληνες που ζούσαν στην Τουρκία. Δεν υπάρχει θυμός σ’ αυτή τη μουσική, περισσότερο μελαγχολία και εξέγερση, όπως άλλωστε ισχύει γενικά στη μουσική που μου αρέσει. Είναι η μουσική αυτών που ζουν χωρίς αγάπη, αυτών που είναι περήφανοι για τον εαυτό τους. Ανατρεπτική μουσική. Στο ρεμπέτικο, οι στίχοι είναι λέξεις που θεραπεύουν.

Από πού πηγάζει αυτή η δύναμη;

Από το καζάνι των πολιτισμών. Πιστεύω βαθιά σ’ αυτό. Το να αφήσεις την πατρίδα σου πίσω μπορεί να είναι θετικό: νέοι ορίζοντες, νέοι τρόποι ζωής. Αυτό που μου αρέσει στο ρεμπέτικο είναι η μείξη ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Από εκεί κατάγομαι. Η Ανατολή και η Δύση υπάρχουν μέσα μου από την παιδική ηλικία.

Γιατί κάνατε μια ταινία για αυτό το είδος μουσικής και γιατί τώρα;

Γιατί τα ρεμπέτικα είναι τραγούδια της εξορίας, των Ελλήνων που έφυγαν από τη Σμύρνη με βάρκες. Στη δουλειά μου, όλα πηγάζουν από τη μουσική και την εξορία. Όταν ήμουν παιδί, τη δεκαετία του ’60, είδα Ευρωπαίους αποίκους να φεύγουν από την Αλγερία. Τους βλέπω ακόμα δακρυσμένους, καθισμένους στις βαλίτσες τους στο λιμάνι, περιμένοντας ένα καράβι για τη Γαλλία. Ήμουν εκεί μαζί τους. Βλέπω τους Βιετναμέζους είκοσι χρόνια μετά σε αναποδογυρισμένες βάρκες στην ίδια κατάσταση με τους σημερινούς πρόσφυγες και τα σαπιοκάραβα που τους ξεβράζουν στις ακτές της Λέσβου. Έχω δει τόσους ανθρώπους καταδικασμένους στην εξορία που μ’ αυτή την ταινία ήθελα να μιλήσω για όλους τους μετανάστες του χθες και του σήμερα. Το ρεμπέτικο και η παρόρμηση να κάνω αυτή την ταινία για μια ανοιχτόμυαλη νεαρή γυναίκα μου έδωσαν την ενέργεια να προχωρήσω.

Υπάρχουν δύο γυναίκες σ΄ αυτή την περιπλάνηση…

Η Τζαμ, η πρώτη, επιστρέφει στην πατρίδα της και παίρνει τη δεύτερη κάτω από την προστασία της. Η Αβρίλ είναι μια νεαρή Γαλλίδα, που πήγε στην Τουρκία ως εθελόντρια και χάθηκε εντελώς. Οι δυο τους ταξιδεύουν από την Κωνσταντινούπολη στη Μυτιλήνη, που είναι και η διαδρομή των μεταναστών. Όταν η Τζαμ πιάνει το ρεμπέτικο, γίνεται ένα με τη μουσική και εκφράζει όλο το νόημα του με αυθάδεια, αντίσταση και ηρεμία. Ως Τζαμ, η Δάφνη Πατακιά δεν έχει βία. Όλα όσα λέει ή εκφράζει με το σώμα της είναι γεμάτα ορμή, είναι ακατέργαστη σαν ένας όμορφος βράχος, αλλά δεν είναι βίαιη.

Υπάρχουν πάντα δυνατές γυναίκες στις ταινίες σας. Μοναχικές γυναίκες που βγαίνουν στον δρόμο και ζουν την περιπέτεια.

Αυτές είναι οι γυναίκες που αγαπώ. Η Céline Sallette στο «Geronimo». Η Asia Argento στο «Transylvania». Δεν με ελκύουν τα θύματα.

Μιλήστε μας για τη σκηνή στο νεκροταφείο, όπου η Τζαμ ουρεί πάνω στον τάφο του παππού της.

Το λέει η ίδια πολύ απλά και απερίφραστα: «Κατουράω στους τάφους αυτών που απαγορεύουν τη μουσική και την ελευθερία». Πρέπει να το κάνει, τόσο απλά. Αλλά το λέει χωρίς θυμό ή μίσος. Η Τζαμ είναι βίαιη μόνο μία φορά στην ταινία. Αντιθέτως, ο θυμός κινητοποιεί την Αβρίλ που γδύνεται στον δρόμο. Έχει μια περηφάνια όμοια με αυτή των τσιγγάνων.

Πρωταγωνιστούν: Δάφνη Πατακιά,  Σάιμον Αμπκαριάν, Μαρίν Καιγιόν